ΚΕΙΜΕΝΑ

Κείμενα

ΗΠΑ εναντίον Ιράν: Ένας νέος πόλεμος προ των πυλών

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

ΗΠΑ εναντίον Ιράν: Ένας νέος πόλεμος προ των πυλών

✎ Γράφει ο Σωτήρης Ζιώμας

Η επίθεση με δέκα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) στα μεγαλύτερα διυλιστήρια της εταιρείας πετρελαίου «Aramco» στις περιοχές Αμπκάικ και Χουραΐς, κεντροανατολικά της Σαουδικής Αραβίας, το περασμένο Σάββατο έφερε ξανά στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου πυρηνικού πολέμου στον πολύπαθο Περσικό Κόλπο, αυτή τη φορά ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν⸱ ενός πολέμου, που όσο κι αν οι δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις δηλώνουν έτοιμες να τον προκαλέσουν ανά πάσα στιγμή, άλλο τόσο τον απεύχονται.

Το πλήγμα που προξένησε η διπλή επίθεση των σιιτών υεμενιτών ανταρτών Χούθι στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, ήταν τεράστιο. Μέσα στο πρώτο 24ωρο, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου μπρεντ σημείωσαν αύξηση κατά 20%, κλείνοντας μέχρι και στα 69,02 δολάρια ανά βαρέλι, πριν υποχωρήσουν σε τιμές κοντά στα 65 δολάρια. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση του μπρεντ μέσα σε μία μέρα από το 1988, και η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τα όσα ακολούθησαν στον απόηχο της είδησης της εισβολής του Ιράκ στο Κουβέιτ στον Πόλεμο του Κόλπου το 1990.

Μόνο στις εγκαταστάσεις του Αμπκάικ, προκλήθηκαν ζημιές σε τουλάχιστον 17 διαφορετικά σημεία, με αποτέλεσμα να ανασταλεί σημαντικά η ικανότητά τους να επεξεργαστούν αργό πετρέλαιο. Σύμφωνα με την «Wall Street Journal», η απώλεια υπολογίστηκε στα 5,7 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως, ήτοι στο 50% της σαουδαραβικής παραγωγής πετρελαίου ή στο 5% της παγκόσμιας παραγωγής.

Και μπορεί ο πρίγκηπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, υπουργός Άμυνας του βασιλείου και αρμόδιος για την πετρελαϊκή πολιτική, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, να καθησύχασε τη Δύση λέγοντας ότι η παραγωγή θα αποκατασταθεί στα προ επίθεσης επίπεδα μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, ωστόσο για μία χώρα-ρυθμιστή της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και παραδοσιακού συμμάχου των ΗΠΑ όπως είναι η Σαουδική Αραβία, τα σημάδια δεν είναι καθόλου ευοίωνα, όταν μάλιστα οι αντάρτες Χούθι προειδοποιούν για νέες πιο οδυνηρές επιθέσεις.

Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όσο και το Ιράν, δεν είχαν φαίνεται να είχαν σχεδιάσει σε καμία περίπτωση μία νέα στρατιωτική σύρραξη στον Περσικό. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ήρθε στην εξουσία το 2016, είχε υποσχεθεί ότι θα απομάκρυνε τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ και το Αφγανιστάν επαναπατρίζοντας τους αμερικανούς στρατιώτες, στην προσπάθειά του να ακολουθήσει μία πιο απομονωτική πολιτική που δεν θα περιελάμβανε νέα μέτωπα. Αυτός ήταν και ο βασικότερος λόγος που ο αμερικανός πρόεδρος απέλυσε από τη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, έναν από τους πιο επικίνδυνους και κυνικούς ανθρώπους στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, τον Τζον Μπόλτον.

Βέβαια, μέχρι να πάρει αυτή την απόφαση, ο Τραμπ έμενε πιστός στην εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, εφαρμόζοντάς την κατά γράμμα. 
Σε αγαστή συνεργασία με τον πρωθυπουργό Νετανιάχου, οι ΗΠΑ βομβάρδισαν δύο φορές τη Συρία, συμφώνησαν με τη Βόρεια Κορέα ως προς την απομάκρυνση του πυρηνικού οπλοστασίου από την κορεατική χερσόνησο και ικανοποίησαν μία σειρά από απαιτήσεις που οι προηγούμενοι αμερικανοί πρόεδροι είχαν αρνηθεί κατηγορηματικά να εκπληρώσουν, όπως την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, την αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας επί των Υψωμάτων του Γκολάν -τα οποία ανήκαν στη Συρία από το 1981- ή ακόμη και την απαγόρευση εισόδου στο Ισραήλ σε αμερικανίδες βουλευτίνες που είναι φιλικά προσκείμενες στους Παλαιστίνιους. Άλλωστε, το γεγονός αυτό το παραδέχθηκε πριν από ένα μήνα κι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ με τη δήλωσή του πως «κανείς πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει τόσα για το Ισραήλ όσα αυτός», πλέκοντας μάλιστα το εγκώμιο του συντηρητικού δημοσιογράφου, Γουέιν Άλιν Ρουτ, ο οποίος τον παρομοίασε με τον «βασιλιά του Ισραήλ».

Από την άλλη, ο Μπόλτον, επίσης διαπρύσιος εκφραστής της εξωτερικής πολιτικής και των επιθετικών επιδιώξεων του Νετανιάχου, ήθελε να σύρει τις ΗΠΑ σε νέες περιπέτειες, φέρνοντάς τες στα πρόθυρα ενός αμείλικτου πολέμου με το Ιράν και τη Βενεζουέλα που θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Ήταν ο άνθρωπος που επιχείρησε να υπονομεύσει τις προσπάθειες προσέγγισης ΗΠΑ-Βόρειας Κορέας, να ακυρώσει τις μυστικές διαπραγματεύσεις του Λευκού Οίκου με τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, αλλά και να «παραδοθεί» πλήρως στις εθνικιστικές ορέξεις του ισραηλινού πρωθυπουργού, δίνοντάς του το «πράσινο» φως για την προσάρτηση όλων των υπόλοιπων εδαφών που απέμεναν από την Παλαιστίνη.

Με τη λογική αυτή, το βαθύ κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών και οι ισχυροί νεο-συντηρητικοί κύκλοι της κυβέρνησης, βλέποντας ότι η Σαουδική Αραβία είναι ευεπίφορη σε μελλοντικές επιθέσεις των εχθρών της Αμερικής και το Ιράν έχει κερδίσει όλους τους ασύμμετρους πολέμους (Ιράκ, Λίβανος, Συρία) οδεύοντας ολοταχώς προς την επικράτηση ενός τέταρτου, στην Υεμένη, θεωρούσαν ότι έπρεπε να δράσουν άμεσα προκειμένου να μην πληγεί η παντοδυναμία του αμερικανικού έθνους. Ο πρόεδρος Τραμπ ωστόσο, βλέποντας το πολιτικό του μέλλον να κινδυνεύει και αποσκοπώντας σε μία δεύτερη θητεία, κινήθηκε έξυπνα (πράγμα σπάνιο λόγω του αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα του) και απομάκρυνε κακήν κακώς τον φιλοπόλεμο Μπόλτον, σε μια κίνηση που όλως παραδόξως δεν έτυχε ευρύτερης αποδοχής στις τάξεις του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η πιθανότητα ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας του κλίματος πόλωσης που έχει διαμορφωθεί ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο. Μολονότι την ευθύνη της επίθεσης 
στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας ανέλαβε η οργάνωση «Anser Allah» των ανταρτών Χούθι, οι ΗΠΑ όχι μόνο κατηγόρησαν ως ηθικό ή φυσικό αυτουργό της επίθεσης το Ιράν, αλλά επέβαλαν και κυρώσεις στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράν και το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας με την κατηγορία της «χρηματοδότησης της τρομοκρατίας»⸱ κυρώσεις που είναι από τις «αυστηρότερες που έχουν επιβληθεί ποτέ σε μία χώρα».

Στην αντίπερα όχθη, το Ιράν απείλησε πως σε περίπτωση κυρώσεων ή επίπληξης με στρατιωτικά μέσα από πλευράς ΗΠΑ, θα ανταπαντήσει σθεναρά με τρόπο που θα διακυβεύσει το μέλλον τόσο της ευρύτερης περιοχής του Περσικού, όσο και των ίδιων των Αμερικανών. Σαφέστατη προειδοποίηση έστειλε την περασμένη Πέμπτη ο ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Μοχάμεντ Τζαβάντ Σαρίφ, κάνοντας λόγο για το ενδεχόμενο ενός «γενικευμένου πολέμου». Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι η Τεχεράνη διαθέτει πυραυλικά συστήματα τέτοιου βεληνεκούς, ικανών να πλήξουν σε σημαντικό βαθμό και τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή, και η Ουάσιγκτον δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να γίνει πραγματικότητα ένα τέτοιο σενάριο.

Ίσως τα πάντα να εξαρτηθούν από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Με τον Ντόναλντ Τραμπ όμως να λειτουργεί πότε με σύνεση και ρεαλισμό απολύοντας τον Μπόλτον, πότε με το θυμικό απειλώντας με πόλεμο, και πότε με φιλειρηνικές διαθέσεις αποβλέποντας σε συνάντηση με τον πρόεδρο του Ιράν, Χασάν Ροχανί, θα πρέπει να είμαστε αρκετά επιφυλακτικοί και να κρατάμε μικρό καλάθι. Η αντικειμενική ανάγκη επιβάλλει μία διαφορετική πορεία προς μία δημοκρατικότερη παγκόσμια τάξη, μακριά από πολέμους και οικονομικές κυρώσεις. Αρκεί να πρυτανεύσει η λογική, πράγμα εξαιρετικά απίθανο.

Don't Miss
© Copyright Non Paper 2019 | All rights reserved
made with by templateszoo