Κειμενα

Κείμενα

Τι συμβαίνει στην Ισπανία;

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Τι συμβαίνει στην Ισπανία; - Toυ Vicente Navarro

Του Vicente Navarro*
Πηγή: CounterPunch
Μετάφραση: Non Paper


Η μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία στην Ισπανία (1978) πραγματοποιήθηκε κάτω από πολύ ευνοϊκές συνθήκες στις βαθιά συντηρητικές δυνάμεις που ήλεγξαν το ισπανικό κράτος και την πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης.


Οι δημοκρατικές δυνάμεις (καθοδηγούμενες από τα παράνομα αριστερά κόμματα) ήταν θεσμικά αδύναμες. Είναι αλήθεια ότι η λαϊκή αντίσταση εναντίον της δικτατορίας υπήρξε σθεναρή κυρίως μέσα στην εργατική τάξη, τη βάση αυτών των κομμάτων. Η Ισπανία είχε το μεγαλύτερο αριθμό πολιτικών απεργιών στην Ευρώπη κατά την περίοδο της μετάβασης (1975-1979), κάτι το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να οδηγήσει στη λήξη του υπερβολικά καταπιεστικού καθεστώτος (για κάθε πολιτική δολοφονία που ανέλαβε η δικτατορία Μουσολίνι, το καθεστώς Φράνκο σκότωσε 10.000 ανθρώπους).

Θεσμικά, ωστόσο, οι αριστερές δυνάμεις βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Οι ηγέτες τους ήταν στη φυλακή, ή εξόριστοι στο εξωτερικό, και υπήρχε μία τεράστια ανισορροπία των δυνάμεων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Απ' τη μία πλευρά, οι κληρονόμοι του φασιστικού καθεστώτος ήλεγξαν τους μηχανισμούς του κράτους και είχαν την υποστήριξη του Στρατού, της Εκκλησίας, και των μεγαλύτερων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συμφερόντων της χώρας. Από την άλλη, ήταν οι δημοκρατικές δυνάμεις αυτές που βγήκαν από την απομόνωση μόνο μερικούς μήνες προτού ξεκινήσει η μετάβαση. Η λαϊκή κινητοποίηση ήταν καθοριστικής σημασίας ώστε να οδηγήσει στον τερματισμό της δικτατορίας, αλλά το πολιτικό κομμάτι αυτών των κινητοποιήσεων δεν ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να σπάσει το προηγούμενο δικτατορικό καθεστώς. Ένα παράδειγμα, ο Βασιλιάς, που διορίστηκε από τον δικτάτορα Φράνκο ως αρχηγός του κράτους, συνέχισε να είναι ο αρχηγός του νέου δημοκρατικού καθεστώτος και ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, έχοντας τεράστια εξουσία στην καθοδήγηση της διαδικασίας της μετάβασης.

Τα τρία μεγάλα προβλήματα που έμειναν άλυτα κατά την μετάβαση: το δημοκρατικό έλλειμμα


Αυτό το άνισο γενικό πλαίσιο ήταν υπεύθυνο για τρία μεγάλα ελλείμματα στο πολιτικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της μετάβασης, το οποίο έσκασε τα τελευταία χρόνια.

Το ένα ήταν το δημοκρατικό έλλειμμα, βασισμένο στον εκλογικό νόμο που σκόπιμα έκανε διακρίσεις εναντίον των προοδευτικών και αστικών περιοχών, δηλαδή εκεί που έζησε η εργατική τάξη. Αυτός ο νόμος σχεδιάστηκε από το συμβούλιο του φασιστικού κόμματος (La Asemblea Nacional) σαν προϋπόθεση για τη διάλυσή τους: ο κύριος στόχος του ήταν να σταματήσει την Αριστερά να καταφέρει εκλογική επιτυχία. Κατά συνέπεια, μεγάλα τμήματα του ισπανικού πληθυσμού με αριστερές θέσεις δεν εκπροσωπήθηκαν επαρκώς στο κοινοβούλιο καθ' όλη τη διάρκεια της δημοκρατικής περιόδου (1978-σήμερα). Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ήταν οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές για το ισπανικό κοινοβούλιο της 28ης Απριλίου. Ενώ ο αριθμός των ψήφων για την Αριστερά ήταν πολύ μεγαλύτερος από τις ψήφους για τη Δεξιά (με μια πλειοψηφία 1,2 εκατομμυρίων), ο αριθμός των κοινοβουλετικών εδρών της Αριστεράς και της Δεξιάς δεν ήταν πολύ διαφορετικός. Αν το εκλογικό σύστημα ήταν αναλογικό, ο αριθμός των αριστερών βουλευτών θα ήταν πολύ μεγαλύτερος. Αυτό γίνεται με εξαίρεση το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE), το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα στην Ισπανία, που ήδη επωφελείται – όσο επωφελείται και το μεγαλύτερο συντηρητικό κόμμα, το Λαϊκό Κόμμα (PP) – από ένα άλλο χαρακτηριστικό του εκλογικού νόμου: αυτό που ευνοεί το δικομματικό σύστημα.

Τα κυρίαρχα κόμματα αποκτούν επιπλέον έδρες, κάτι που επιτρέπει στα δύο πλειοψηφικά κόμματα (το συντηρητικό-φιλελεύθερο PP και το αριστερό PSOE) να είναι τα μόνα δύο κυβερνώντα κόμματα που η Ισπανία είχε μέχρι τώρα. Στην πραγματικότητα, το PSOE πήρε το ίδιο ποσοστό σε ψήφους όπως πίσω το 2011, όταν θεωρήθηκε ότι ήταν ένα πολύ αρνητικό αποτέλεσμα (με το PP να κερδίζει μία κυβέρνηση πλειοψηφίας), ενώ φέτος θεωρήθηκε ότι ήταν μία τεράστια επιτυχία, που ήταν κυρίως εξαιτίας της πτώσης του PP και της διαίρεσης της δεξιάς ψήφου σε τρία κόμματα (PP, Ciudadanos και Vox). Άλλο σημαντικό γεγονός ήταν η αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές της 28ης Απριλίου, μετά την προηγούμενη αποχή. Το σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι στην Ισπανία, οι αλλαγές στο κοινοβούλιο δεν αντανακλούν απαραίτητα τις αλλαγές στις πολιτικές τάσεις του πληθυσμού. Αυτό παραλείφθηκε από την πλειοψηφία του διεθνή Τύπου.

Οι συνέπειες μιας περιορισμένης δημοκρατίας: μία πολύ άνιση κοινωνία


Αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα εξηγεί ένα ακόμη μεγάλο έλλειμμα: το κοινωνικό έλλειμμα. Η τεράστια επιρροή που τα οικονομικά συμφέροντα (δηλαδή τα τραπεζικά) έχουν στην ισπανική οικονομία και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς εξηγεί τη σφοδρότητα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο της μεγάλης ύφεσης (2007-2018).

Υπό την επιρροή αυτού που στην Ισπανία είναι γνωστό ως η Τρόικα (η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), οι πολιτικές λιτότητας έχουν μία καταστροφική επίπτωση στο πενιχρά χρηματοδοτούμενο ισπανικό κράτος πρόνοιας. Η Ισπανία ξοδεύει πολύ λιγότερα στις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες από ότι θα έπρεπε να ξοδεύει σύμφωνα με το επίπεδο της οικονομικής της ανάπτυξης. Είναι μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης 15 (οι πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης) που ξοδεύει τα λιγότερα σε δημόσιες υπηρεσίες όπως υγεία, παιδεία, δημόσια στέγαση και παιδική μέριμνα, και στις μεταβιβάσεις, όπως συντάξεις. Η φορολογική νομοθεσία, μολονότι θεωρητικά προοδευτική, είναι εξαιρετικά φθίνουσα. Και τα δημόσια έσοδα είναι χαμηλά.

Κατά συνέπεια, η Ισπανία είναι μία από τις χώρες με τις υψηλότερες ανισότητες στην ΕΕ15. Αυτή η πόλωση αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ραχόι (ο πρόεδρος του PP κατά το 2011-2018), αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας με στόχο την αποδυνάμωση του εργατικού δυναμικού (συμπεριλαμβάνοντας μία τεράστια αύξηση της επισφάλειας και πτώση στους μισθούς)⸱ μεταρρυθμίσεις που είχαν ήδη ξεκινήσει από την προηγούμενη κυβέρνηση του PSOE υπό την προεδρία του Θαπατέρο (2004-2011). Η Ισπανία είναι, μετά την Ελλάδα, η χώρα στην ΕΕ15 με την υψηλότερη ανεργία και εργασιακή επισφάλεια.

Η εμφάνιση νέων πολιτικών δυνάμεων ως αποτέλεσμα της κρίσης


Αυτό προκάλεσε μία τεράστια διαμαρτυρία, γνωστή ως το «κίνημα των αγανακτισμένων» ή 15Μ, που αποδοκίμασε το πολιτικό κατεστημένο, το αναφερόμενο ως η πολιτική ελίτ (la clase politica). Το κίνημα κατηγόρησε τους πολιτικούς ότι δεν αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα του πληθυσμού. Ήταν ένα κοινωνικο-πολιτικό κίνημα που είχε μία τεράστια επίδραση, καθώς έγινε πολύ δημοφιλές. Το σλόγκαν «no nos representan» («δεν μας αντιπροσωπεύουν») μετατράπηκε σε λαϊκή κραυγή. Ιδρύθηκε το κόμμα Podemos, δεμένο με αυτό το κίνημα των αγανακτισμένων. Σε τρία χρόνια, έγινε η τρίτη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στη χώρα. Πολλά πράγματα συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης του Βασιλιά Χουάν Κάρλος και της ανταρσίας της βάσης του PSOE ενάντια στους μηχανισμούς του κόμματος (πολύ στενά συνδεδεμένους με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα). Μία παρόμοια πίεση εμφανίστηκε ακόμη ανάμεσα στα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και τις συμμαχικές δυνάμεις (IU – Ενωμένη Αριστερά) να αλλάξουν την ηγεσία τους, έχοντας συνασπίσει το IU με τους Podemos, ιδρύοντας τους Unidos Podemos (UP).

Το αίτημα για δημοκρατία και κοινωνική διαμαρτυρία πυροδότησε πολλά λαϊκά κινήματα διαμαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένου του σημερινού φεμινιστικού κινήματος, καθοδηγούμενο από σοσιαλίστριες, που γέννησε τις διαδηλώσεις της 8ης Μαρτίου, απαιτώντας την κατάργηση του πατριαρχικού καπιταλισμού⸱ την πορεία των συνταξιούχων, η οποία κατήγγειλε τις μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από το PP το οποίο έκοψε τους μισθούς σημαντικά⸱ και τα κινήματα της γειτονιάς που προστάτευαν τις εξώσεις νοικοκυριών. Τέτοιες διαμαρτυρίες κατέληξαν στην αποπομπή του PP από την κυβέρνηση, που προκλήθηκε από την πλειοψηφία η οποία και πίεσε στην παραίτησή της. Το κίνημα που έριξε το PP από την κυβέρνηση ξεκίνησε από τους Podemos και ακολουθήθηκε από τους Καταλανούς και Βάσκους εθνικιστές, καθώς επίσης από το PSOE.

Το τρίτο άλυτο ζήτημα: το εθνικό ζήτημα


Το τρίτο έλλειμμα ήταν η αναπαραγωγή του οράματος της Ισπανίας ως ένα μη-ενωσιακό κράτος, τυπικό από τις δυνάμεις της μοναρχίας, εναντίον του πολυεθνικού οράματος της Ισπανίας, ιστορικά χαρακτηριστικό στοιχείο των δημοκρατικών αριστερών κομμάτων.

Κατά τη διάρκεια του αντιφασιστικού παράνομου αγώνα, όλα τα παράνομα δημοκρατικά αριστερά κόμματα απαιτούσαν ένα ομοσπονδιακό πολυ-εθνικό κράτος, με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για όλα τα διαφορετικά έθνη. Το PSOE εγκατέλειψε αυτό το όραμα, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της μετάβασης, μετατρεπόμενο σε σημαντικό στυλοβάτη της μοναρχίας. Μολονότι καταπιεσμένο, αυτό το όραμα συνέχισε να υφίσταται στην Καταλονία και τη χώρα των Βάσκων. Και ήταν ένας αριστερός συνασπισμός στην Καταλονία, υπό τον πολύ δημοφιλή πρόεδρο της καταλανικής κυβέρνησης, Πασκουάλ Μαραγάλ, που έκανε την πρόταση (μαζί με άλλες μεταρρυθμίσεις) να ζητήσει την αναγνώριση της Καταλονίας ως έθνους εντός της Ισπανίας. Αυτή η πρόταση, αφότου έγινε αποδεκτή από την καταλανική κυβέρνηση και το ισπανικό κοινοβούλιο (με σημαντικές αλλαγές), και εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα από τον καταλανικό λαό, απορρίφθηκε σε μερικά σημεία-κλειδιά από το Συνταγματικό Δικαστήριο που ελεγχόταν από το PP.

Αυτή ήταν η πηγή της δύναμης του κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας στην Καταλονία: τα φιλο-αυτόνομα κόμματα που συνήθιζαν να λαμβάνουν μόλις το 10% των καταλανικών ψήφων τώρα λαμβάνουν 46%. Στην πραγματικότητα, τα αυστηρά και καταπιεστικά μέτρα της κυβέρνησης του PP ήταν η βασική αιτία για την ανάπτυξη της εκλογικής υποστήριξης των κομμάτων υπέρ της ανεξαρτησίας στην Καταλονία. Αυτά τα φιλο-αυτόνομα κόμματα επωφελούνται εκλογικά από την πολύ μη δημοφιλή (στην Καταλονία) προκλητική συμπεριφορά του κεντρικού ισπανικού δεξιού εθνικισμού, που υποστηρίζει ένα ενοποιημένο ισπανικό έθνος-κράτος, το οποίο φυλακίζει ή εξαναγκάζει στην εξορία τους αρχηγούς αυτών των κομμάτων.

Απ' την άλλη πλευρά, τα δεξιά ισπανικά κόμματα επίσης επωφελούνται εκλογικά, από τη ριζοσπαστικοποίηση των κομμάτων υπέρ της ανεξαρτησίας (τα οποία μονόπλευρα ανακοίνωσαν την ανεξαρτησία της Καταλονίας στο κοινοβούλιο, χωρίς να έχουν την υποστήριξη και την έγκριση της πλειοψηφίας του καταλανικού πληθυσμού). Αυτή η αντιδημοκρατική συμπεριφορά κινητοποίησε τη συμπαράσταση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού υπέρ των δεξιών ισπανικών κομμάτων, γνωστά ως τα πιο φανατικά κόμματα κατά της ανεξαρτησίας.

Πώς το εθνικό ζήτημα αποκρύπτει το κοινωνικό ζήτημα


Δύο εθνικισμοί (οι κληρονόμοι της δικτατορίας από τη μια πλευρά και οι φιλο-αυτόνομες ομάδες από την άλλη) έχουν πολώσει τη χώρα σε δύο στρατόπεδα, όπου και τα δύο ευνοούνται από αυτή την πόλωση. Και τα δύο μέτωπα καθοδηγούνται από δεξιά νεοφιλελεύθερα κόμματα: το PP και το νέο νεοφιλελεύθερο κόμμα Ciudadanos από την ισπανική μεριά, και η Convergencia από την καταλανική, εφάρμοσαν πολύ νεοφιλελεύθερες πολιτικές (υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν άλλη εναλλακτική) που προκάλεσαν τεράστιο πόνο στον πληθυσμό γενικότερα, και στην εργατική τάξη ειδικότερα. Δημόσια, όλοι παλεύουν για τις σημαίες (τη βασιλική ισπανική σημαία και την καταλανική σημαία της ανεξαρτησίας) με έναν πολύ «πατριωτικό« λόγο, ενώ ιδιωτικά (στο ισπανικό κοινοβούλιο) υπογράφουν τις ίδιες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Ο δεξιός προσανατολισμός των περισσότερων μέσων ενημέρωσης εξηγεί γιατί όλο το προεκλογικό ντιμπέιτ επικεντρώθηκε στο εθνικό ζήτημα και απέκρυψε το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή την τεράστια κοινωνική κρίση η οποία προκλήθηκε από τα κόμματα που καθοδηγούν τις εθνικιστικές δυνάμεις και στις δύο πλευρές.

Σε αυτό το σενάριο, οι Unidos Podemos και οι σύμμαχοί τους, όπως το En Comú Podem στην Καταλονία και το En Marea στη Γαλικία, έχουν υπερασπιστεί την πολυ-εθνική φύση του ισπανικού κράτους μέσα σε μία εξαιρετικά πολωμένη κατάσταση, όπου οι ακραίοι και από τις δύο πλευρές επωφελούνται από αυτές τις εντάσεις. Από την ισπανική δεξιά μεριά, το PP, που χρηματοδοτείται από τους υπουργούς του φασιστικού καθεστώτος⸱ οι Ciudadanos, ένα κόμμα που δημιουργήθηκε από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τον σύνδεσμο των μεγάλων επχειρήσεων για να σταματήσουν τους Unidos Podemos (Είναι μέλος της Φιλελεύθερης Διεθνούς, της οποίας παρατηρητής είναι το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ)⸱ και το Vox, το οποίο είναι ένα νέο φασιστικό κόμμα που προήλθε από διάσπαση του PP, είναι σκληροί αντίπαλοι του πολυ-εθνικού κράτους και μεγάλοι υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού. Το Vox είναι το πιο νεοφιλελεύθερο κόμμα, ζητώντας πλήρη ιδιωτικοποίηση των συντάξεων, όπως έκανε ο Πινοσέτ στη Χιλή. Είναι το πιο κοντινό κόμμα στη γραμμή του Τραμπ και του Μπολσονάρου. Και από την καταλανική πλευρά, υπάρχει το φιλο-αυτόνομο μέτωπο που ζητά απόσχιση από την Ισπανία, το οποίο καθοδηγείται από ένα άλλο νεοφιλελεύθερο κόμμα, την Convergencia, με την υποστήριξη του ERC, που επίσης προωθεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Τα κυρίαρχα κόμματα και από τα δύο στρατόπεδα χρησιμοποιούν ξεκάθαρα τις σημαίες για να κρύψουν τις ευθύνες τους για την τεράστια κρίση, από την οποία πλήττονται τα λαϊκά στρώματα. Οι Unidos Podemos και οι σύμμαχοί τους είναι οι μόνες δυνάμεις που είναι αντι-νεοφιλελεύθερες και καλούν ταυτόχρονα για ένα πολυ-εθνικό, ομοσπονδιακό ισπανικό κράτος. Προσπαθούν να βάλουν το κοινωνικό ζήτημα στο κέντρο του πολιτικού διαλόγου, και την ίδια στιγμή επίσης αποδοκιμάζουν τη χρήση σημαιών για να κρύψουν την ευθύνη της δεξιάς και στις δύο πλευρές που επέβαλε αυτή την κρίση. Οι πολιτικές της εθνικής ταυτότητας χρησιμοποιούνται ξεκάθαρα για να αποκρύψουν το κοινωνικό ζήτημα. Οι Unidos Podemos επαναπροσδιορίζουν τη σημασία του πατριωτισμού, υπογραμμίζοντας ότι η σημασία πρέπει να βρίσκεται στην ευημερία του πληθυσμού και όχι στα σύμβολα που τον αντιπροσωπεύουν.

*Ο Vicente Navarro είναι Καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, και Διευθυντής του Δημόσιου Κέντρου Πολιτικής JHU-UPF.

Don't Miss
© Copyright Non Paper 2019 | All rights reserved
made with by templateszoo