Κειμενα

Κείμενα

Τρεις λόγοι ενάντια στον πόλεμο με το Ιράν

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

Τρεις λόγοι ενάντια στον πόλεμο με το Ιράν (Photo: The Atlantic)

Του Anthony DiMaggio*
Πηγή κειμένου: CounterPunch
Μετάφραση/Επιμέλεια: Σωτήρης Ζιώμας

Οι ΗΠΑ βρίσκονται στο χείλος του πολέμου. Οι ρητορικές προσπάθειες του προέδρου Τραμπ να πουλήσει τον εαυτό του ως «αντιπολεμικό» πρόεδρο αποκαλύφθηκαν ως μία απάτη μέσω της επίθεσής του στο Ιράν. Το πιο οργουελικό απ' όλα είναι ο ισχυρισμός Τραμπ ότι η δολοφονία του ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί ήταν αναγκαία για να αποτρέψει τον πόλεμο, ύστερα από την επίθεση, παραμονή πρωτοχρονιάς, στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βαγδάτη.

Στην πραγματικότητα, το αμερικανικό δολοφονικό χτύπημα στον Σολεϊμανί αντιπροσωπεύει μία εγκληματική κλιμάκωση στην αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Η δολοφονία του στρατηγού δικαίως θεωρήθηκε ως μία πράξη κήρυξης πολέμου, επομένως ο ισχυρισμός ότι η επίθεση είναι ένα βήμα προς την ειρήνη είναι από μόνο του παράλογο. Πρέπει να είμαστε απόλυτα σαφείς όσον αφορά τη θεμελιώδη απειλή για την ειρήνη που προκλήθηκε από τη διακυβέρνηση Τραμπ. Το Ιράν έχει ήδη υποσχεθεί «σκληρά αντίποινα» μετά τη δολοφονία, και ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την πολυεθνική συμφωνία του 2015 που απαγόρευε στη χώρα να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Η κλιμάκωση του Τραμπ αύξησε δραματικά την απειλή ενός ολοκληρωτικού πολέμου.

Αναγνωρίζοντας αυτή την απειλή, περιγράφω εδώ εν συντομία ένα επιχείρημα που βασίζεται στις αρχικές μου σκέψεις αυτής της αντιπαράθεσης, δίνοντας τρεις λόγους γιατί οι Αμερικανοί πρέπει να εναντιωθούν στον πόλεμο.

#1: Καμία συμφωνία γύρω από μία ιρανική απειλή


Ο Σολεϊμανί ήταν ο επικεφαλής του επίλεκτου σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν - της Δύναμης Αλ Κουντς - μιας μυστικής στρατιωτικής οργάνωσης στην υπηρεσία πληροφοριών που ειδικεύεται σε παραστρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή, και που περιγράφεται να επιδιώκει περισσότερη ιρανική πολιτική επιρροή σε όλη την περιοχή. Ο Τραμπ πανηγύρισε τη δολοφονία ως αναγκαία για να σταματήσει το «καθεστώς τρόμου» του Σολεϊμανί. Η επίθεση, υποστήριξε, ήταν ζωτικής σημασίας αφότου οι Ηνωμένες Πολιτείες έπιασαν το Ιράν «επ' αυτοφόρω» να σχεδιάζει «επικείμενες και απειλητικές επιθέσεις σε αμερικανούς διπλωμάτες και στρατιωτικό προσωπικό».

Αλλά η δικαιολογία του Τραμπ για πόλεμο προέρχεται από μία χώρα με μακρά ιστορία στη διαστρέβλωση και κατασκευή στοιχείων μιας ιρανικής απειλής. Οι αμερικανοί ηγέτες έχουν ανειλικρινώς και προπαγανδιστικά περιγράψει το Ιράν σαν να είναι έτοιμο να αναπτύξει πυρηνικά όπλα εδώ και δεκαετίες. Πρόεδροι όπως ο Μπους και ο Ομπάμα έχουν δεχθεί δριμεία επίπληξη, ωστόσο, από εγχώριες υπηρεσίες πληροφοριών και επιθεωρητές διεθνούς οπλισμού, που απέτυχαν να ανακαλύψουν στοιχεία ότι το Ιράν ανέπτυσσε αυτά τα όπλα, ή ότι αποτελούσε απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πέρα από προηγούμενες υπερβολές, αποκαλύπτονται στοιχεία ότι η διακυβέρνηση Τραμπ και η κοινότητα υπηρεσιών πληροφοριών δεν έχουν την ίδια άποψη όσον αφορά την υποτιθέμενη απειλή του Ιράν. Λίγο μετά τη δολοφονία του Σολεϊμανί, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι «δεν υπήρξε συγκεκριμένη, αξιόπιστη απειλή» από το Ιράν μέσα στα αμερικανικά σύνορα. Και οι αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι διαφωνούν αναφορικά με την στρατιωτική κλιμάκωση του Τραμπ: Όπως αναφέρουν οι New York Times:

«Στις χαοτικές μέρες που οδήγησαν στο θάνατο του υποστράτηγου Κασίμ Σολεϊμανί, του πιο ισχυρού διοικητή του Ιράν, κορυφαίοι αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι έθεσαν την επιλογή να τον σκοτώσουν — την οποία έκριναν ως την πιο ακραία απάντηση στην πρόσφατη -καθοδηγούμενη από το Ιράν- βία στο Ιράκ — στη λίστα που παρουσίασαν στον πρόεδρο Τραμπ. Δεν σκέφτηκαν ότι θα την έπαιρνε. Στους πολέμους που κηρύχθηκαν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι αξιωματούχοι του Πενταγώνου πρότειναν συχνά απίθανες επιλογές σε προέδρους για να κάνουν τα άλλα ενδεχόμενα να φαίνονται πιο αποδεκτά».

«Κορυφαίοι αξιωματούχοι του Πενταγώνου», αναφέρουν οι Times, «έμειναν άφωνοι» από τη διαταγή του Τραμπ. Επιπλέον, το χαρτί ανέφερε ότι οι «υπηρεσίες πληροφοριών» που υποτίθεται ότι επιβεβαίωναν τα ιρανικά σχέδια για επίθεση σε αμερικανούς διπλωμάτες ήταν «αδύναμες», σύμφωνα με τουλάχιστον έναν αμερικανό στρατιωτικό αξιωματούχο που ήταν ενήμερος για τις κυβερνητικές διαβουλεύσεις. Σύμφωνα με αυτή την πηγή, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο μιας «επικείμενης» επίθεσης στο άμεσο μέλλον εναντίον αμερικανικών στόχων έξω από τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ηγέτες των ΗΠΑ πάντα απέκρυπταν γεγονότα, διαστρέβλωναν τις υπηρεσίες πληροφοριών, και κατασκεύαζαν στοιχεία για να τροφοδοτήσουν δημόσιους φόβους και να χτίσουν στήριξη για πόλεμο. Οπότε δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι αυτός ο πρόεδρος πολιτικοποιεί τις υπηρεσίες πληροφοριών. Ασφαλώς κι έχει λόγο - προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή από την παραπομπή του σε δίκη στη Γερουσία, και με δεδομένες τις αυξημένες απέλπιδες προσπάθειές του να αποδείξει ότι είναι ένας σοβαρός πρόεδρος, κι όχι ένας ασήμαντος απολυταρχικός που αγνοεί τους κανόνες δικαίου, την ώρα που εξαναγκάζει και εκβιάζει ξεδιάντροπα ξένους ηγέτες στην αναζήτηση εκλογικής υπεροχής στο εσωτερικό.

Ανεξάρτητα από τις κατηγορίες διαφθοράς εναντίον του Τραμπ, είναι ανόητο για τους Αμερικανούς να πιστέψουν τον πρόεδρο, λαμβάνοντας υπόψιν τα κατάφωρα ψέματα που επιστρατεύτηκαν στη μετά-9/11 εποχή για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Δεν πάει πολύς καιρός που το αμερικανικό κοινό εξαπατήθηκε αναφορικά με τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ και τους δεσμούς με την τρομοκρατία. Κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο αληθής, και οι Αμερικανοί πλήρωσαν το λογαριασμό για έναν πόλεμο που κόστισε τρισεκατομμύρια, βασισμένο στα ψέματα ενός καιροσκοπικού προέδρου αποφασισμένου να εκμεταλλευτεί το δημόσιο φόβο της τρομοκρατίας σε μία εποχή κρίσης. Η κυβέρνηση Μπους πούλησε πόλεμο βασισμένο στις υπηρεσίες πληροφοριών που ήξεραν ότι ήταν απατηλός, χειραγωγώντας το έθνος σε έναν πόλεμο δεκαετιών ο οποίος οδήγησε στο θάνατο πάνω από 1 εκατομμύριο Ιρακινούς και περισσότερους από 5.000 αμερικανούς στρατιώτες, δημιουργώντας ένα ψεύτικο ιρακινό κράτος, και στρώνοντας το δρόμο για την άνοδο του ISIS. Όλα αυτά είναι για να πούμε ότι οι κίνδυνοι να ξεκινήσει ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι απίστευτα υψηλοί, και οι Αμερικανοί καλά θα κάνουν να σκεφτούν τις συνέπειες της συμμετοχής σε έναν πόλεμο βασισμένο (ξανά) σε αμφισβητούμενες υπηρεσίες πληροφοριών.

#2: Ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» ως μία παραπλάνηση


Οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν χρησιμοποιήσει για πολύ καιρό τη ρητορική της τρομοκρατίας για να δικαιολογήσουν τον πόλεμο. Αλλά αυτή η στρατηγική αντιπροσωπεύει μία σοβαρή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, μέσω του συνδυασμού της τρομοκρατίας - θεωρούμενη ως προμελετημένες πράξεις βίας για να εκφοβίσουν τους πολίτες - με πράξεις κήρυξης πολέμου. Ο Τραμπ τροφοδότησε αυτή την παραποίηση όταν περιέγραψε το «καθεστώς τρόμου» του Σολεϊμανί περιλαμβάνοντας όχι μόνο την υποτιθέμενη στόχευση αμερικανών διπλωματών αλλά και επιθέσεις σε «αμερικανούς στρατιωτικούς». Η προσπάθεια να συνδέσουν τους θανάτους αμερικανών στρατιωτών σε περίοδο πολέμου με την τρομοκρατία θυμίζει την ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ του 2019, που όρισε τη Δύναμη Αλ Κουντς του Ιράν ως μία «τρομοκρατική» οργάνωση, παραθέτοντας την ευθύνη της «για τους θανάτους τουλάχιστον 603 αμερικανών στελεχών των ενόπλων δυνάμεων στο Ιράκ» από το «2003 έως το 2011», μέσω της στήριξής της σε ιρακινές παραστρατιωτικές ομάδες που συμμετείχαν σε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων.

Όπως προχωρά η προπαγάνδα, η προσπάθεια να συνδεθούν αυτές οι πράξεις πολέμου με την «τρομοκρατία» είναι αρκετά διεστραμμένη. Οι αμερικανοί στρατιωτικοί που σκοτώθηκαν στο Ιράκ συμμετείχαν σε μία εγκληματική, παράνομη κατοχή που είχε καταδικαστεί ευρέως από τη διεθνή κοινότητα. Ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράκ ήταν ένα έγκλημα επιθετικότητας στο πλαίσιο του Καταστατικού Χάρτη της Νυρεμβέργης, και παραβίασε την απαγόρευση του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ως προς τη χρήση βίας, που επιτρέπεται μόνο με εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας (που οι ΗΠΑ δεν είχαν), ή στην περίπτωση στρατιωτικών πράξεων που αναλαμβάνονται σε αυτοάμυνα εναντίον μιας συνεχιζόμενης επίθεσης (το Ιράκ δεν ήταν σε πόλεμο με τις ΗΠΑ πριν την εισβολή του 2003). Σε αντίθεση με την προπαγάνδα του Τραμπ και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δεν υπήρχε αιτιολόγηση για να κατατάξουν τους θανάτους των στρατιωτικών σε έναν παράνομο πόλεμο ως τρομοκρατία. Αντ' αυτού, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι εγχώριοι ιρακινοί πολιτικοί παράγοντες (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και ιρακινές παραστρατιωτικές ομάδες, ανεξάρτητα από τους δεσμούς τους με το Ιράν) ήταν εντός των νόμιμων δικαιωμάτων τους στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου να συμμετάσχουν σε πράξεις αυτοάμυνας εναντίον των αμερικανικών στρατευμάτων δρώντας εκ μέρους μιας εχθρικής ξένης δύναμης, που διεξήγαγε μία παράνομη κατοχή.

#3: Επιπλέον πόλεμος = Περισσότερη αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή


Αυτό που πρέπει να αναγνωριστεί ως το μεγαλύτερο συμπέρασμα από τα πρόσφατα γεγονότα, είναι ο τεράστιος κίνδυνος που δημιουργεί η κλιμάκωση του πολέμου στις ΗΠΑ και στην περιοχή. Η κληρονομιά του αμερικανικού μιλιταρισμού στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία, είναι μία κληρονομιά θανάτου, καταστροφής, και αστάθειας. Κάθε μεγάλος πόλεμος που περιελάμβανε τις ΗΠΑ προκάλεσε ανθρωπιστικό αφανισμό και μαζική καταστροφή, πυροδοτώντας παράλληλα αστάθεια και τρομοκρατία. Με τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979, η στήριξη των ΗΠΑ στους ακραίους Μουτζαχεντίν οδήγησε στην κατάρρευση της κοινωνικής τάξης, και την άνοδο του καθεστώτος των ακραίων Ταλιμπάν, που στέγασε τους φονταμελιστές της Αλ Κάιντα στα χρόνια πριν από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν το 2001 συνέβαλε στην περαιτέρω επιδείνωση της αφγανικής κοινότητας, και συνοδεύτηκε με την επιστροφή των Ταλιμπάν, οδηγώντας σε έναν εμφύλιο πόλεμο που συνεχίστηκε κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Με το Ιράκ, η αμερικανική εισβολή προκάλεσε ένα μαζικό κενό ασφαλείας ακολουθώντας την κατάρρευση της ιρακινής κυβέρνησης, που κατέστησε δυνατή την άνοδο της Αλ Κάιντα στο Ιράκ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πυροδότησαν πολυάριθμους εμφύλιους πολέμους, στο Ιράκ κατά τη δεκαετία του 2000 και στη Συρία κατά τη δεκαετία του 2010, δημιουργώντας μαζική αστάθεια και δίνοντας το έναυσμα στον ISIS, που μετατράπηκε σε ένα μικρό κράτος δικής του λειτουργίας και στις δύο χώρες. Και τότε, υπήρξε η -υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ- εξέγερση εναντίον του Μουαμάρ Καντάφι, που οδήγησε όχι μόνο στην ανατροπή του δικτάτορα, αλλά και στην άνοδο ενός άλλου συνεργάτη του ISIS μέσα στα σύνορα της Λιβύης. Ακόμα και ο Ομπάμα, ο μεγαλύτερος υποστηρικτής του πολέμου, παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι η επέμβαση ήταν το «μεγαλύτερο λάθος» του, εξαιτίας του εμφύλιου πολέμου που προέκυψε μετά την ανατροπή του Καντάφι, η οποία άνοιξε την πόρτα στην άνοδο του ISIS.

Όλες αυτές οι αντιπαραθέσεις έχουν ένα κοινό. Προκάλεσαν τεράστιο αφανισμό στις χώρες υπό καθεστώς επίθεσης, μέσω στρατιωτικών εκστρατειών καμμένης γης, που άφησαν θάνατο, θλίψη, και καταστροφή στο πέρασμά τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ειδικές στο να καταστρέφουν χώρες, αλλά επιδεικνύουν μικρό ενδιαφέρον, ή ικανότητα να τις ξαναχτίσουν. Αυτοί οι πόλεμοι παρήχαν γόνιμο έδαφος στους ισλαμικούς εξτρεμιστές, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το επακόλουθο χάος και αστάθεια.

Το βασικό μάθημα του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» πρέπει να είναι ξεκάθαρο στους λογικά σκεπτόμενους παρατηρητές: οι αμερικανικοί πόλεμοι γεννούν όχι μόνο αστάθεια, αλλά και απελπισία, καθώς οι άνθρωποι που στοχοποιήθηκαν από πόλεμο γίνονται όλο και περισσότερο ανεκτικοί σε εγχώρια εξτρεμιστικά κινήματα. Καταπιεστικά κράτη διασύρονται σε μεγάλο βαθμό από τους ανθρώπους που αυτά εξουσιάζουν. Αλλά το μόνο χειρότερο πράγμα από μία δικτατορία είναι να μην υπάρχει καμία εντολή, όταν οι κοινωνίες πέφτουν σε εμφύλιο πόλεμο, αναρχία, και γενοκτονία. Η ιστορία της ανόδου του ISIS είναι ένα παράδειγμα πολιτών που υπέφεραν από το καθεστώς πολέμου και αστάθειας, και έγιναν όλο και περισσότερο ανεκτικοί σε εξτρεμιστικούς πολιιτκούς φορείς, για όσο είναι ικανοί να δίνουν διαταγή σε εποχές κρίσης. Αυτό το θέμα αγνοείται μονίμως από την αμερικανική πολιτική και μιντιακή συζήτηση - ενδεικτικό του πόσο προπαγανδιστικά «ντιμπέιτ» έχουν γίνει για τον πόλεμο, σχεδόν 20 χρόνια από τον αμερικανικό «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας».

Πού πάμε από εδώ;


Ο Τραμπ έδωσε συνέχεια στη δολοφονία Σολεϊμανί με μία ανακοίνωση στο Twitter σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν «βάλει στο στόχαστρο» 52 επιπλέον «ιρανικούς χώρους», οι οποίοι θα δεχθούν επίθεση «εάν το Ιράν πλήξει κάποιον Αμερικανό ή κάποια αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία». Δεν υπάρχει λόγος λαμβάνοντας υπόψιν τα πρόσφατα γεγονότα να αποδώσουμε αυτή την ανακοίνωση στην κλασική τουιτερική μεγαλοστομία του Τραμπ. Αυτός ο πρόεδρος θέλει απεγνωσμένα να ξεκινήσει έναν πόλεμο με το Ιράν, μιας και επεδίωκε σύγκρουση με την ισλαμική δημοκρατία από τις πρώτες μέρες της προεδρίας του. Ο πόλεμος θα επιτρέψει στον Τραμπ να διεκδικήσει το μανδύα ενός «εθνικού» ηγέτη σε περίοδο πολέμου, την ώρα που αποσπά την προσοχή από την παραπομπή του σε δίκη. Και δεδομένης της εντατικοποίησης μιας επιθετικής ρητορικής από αυτή την κυβέρνηση, ο πόλεμος φαίνεται να είναι όλο και πιο πιθανός.

Ο αμερικανικός λαός έχει ηθική υποχρέωση να αμφισβητήσει όχι μόνο τα κίνητρα του Τραμπ, αλλά και να σκεφτεί την ανθρωπιστική καταστροφή που αναπόφευκτα συνοδεύει τον πόλεμο. Ο πόλεμος με το Ιράν θα κάνει απλά τη Μέση Ανατολή περισσότερο ασταθή, τροφοδοτώντας περισσότερο τον αντι-αμερικανικό ριζοσπαστισμό, και αυξάνοντας την απειλή του τρόμου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το συμπέρασμα δεν βασίζεται σε εικασία, αλλά σε δύο δεκαετίες εμπειρίας με έναν «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» που δεν έκανε τίποτε άλλο από το να καταστρέψει έθνη και να αυξάνει τις τρομοκρατικές απειλές. Ο αμερικανικός λαός μπορεί να περιορίσει τους κινδύνους του πολέμου διαδηλώνοντας εναντίον της τελευταίας πρόκλησης Τραμπ, και πιέζοντας το Κογκρέσο να εγκρίνει νομοθεσία που να καταδικάζει κάθε μελλοντική επίθεση στο Ιράν ως μία παραβίαση του εθνικού και διεθνούς δικαίου.

Για να επικοινωνήσετε με τον Αντιπρόσωπο ή τον Γερουσιαστή σας, χρησιμοποιήστε τα παρακάτω link:


http://www.senate.gov/senators/leadership.htm

*Ο Anthony DiMaggio είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λεχάι και συγγραφέας πολυάριθμων ακαδημαϊκών βιβλίων.

Don't Miss
© Copyright Non Paper 2019 | All rights reserved
made with by templateszoo