Κειμενα

Κείμενα

Ιρλανδία: Οι τρεις μεγάλοι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην άνοδο του Sinn Féin

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

Ιρλανδία: Οι τρεις μεγάλοι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην άνοδο του Sinn Féin

Του Aidan Regan*
Πηγή κειμένου: The Conversation
Μετάφραση/Επιμέλεια: Σωτήρης Ζιώμας

Η άνοδος του Sinn Féin (και της ευρύτερης Αριστεράς στην ιρλανδική πολιτική) είναι το αποτέλεσμα τριών ξεκάθαρων, συνυφασμένων οικονομικών παραγόντων. Ενός αναπτυξιακού μοντέλου που δεν ωφέλησε τους πάντες, μιας επιδεινώμενης στεγαστικής κρίσης που προκάλεσε ενδογενεακή και κοινωνικο-ταξική διαμάχη, και μιας δεκαετίας λιτότητας που οδήγησε σε εξασθένηση των δημόσιων υπηρεσιών και της δημόσιας υποδομής.

Αυτή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση από το μεγάλο οικονομικό κραχ του 2008. Είναι η πρώτη φορά στην ιρλανδική ιστορία που τα κεντροδεξιά κόμματα εξουσίας Fianna Fail και Fine Gael έλαβαν λιγότερο από 50% των ψήφων πρώτης προτίμησης.

Τη δεκαετία πριν την κρίση, η Ιρλανδία κυβερνήθηκε από το Fianna Fail και βίωσε μία τεράστια φούσκα στις τιμές ακινήτων που έσκασε θεαματικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Αυτή η φούσκα ακινήτων ενισχύθηκε από τον αλόγιστο και ξέφρενο τραπεζικό δανεισμό, και τις περικοπές του φόρου εισοδήματος στα χρόνια διακυβέρνησης του Fianna Fail.

Όταν έσκασε η φούσκα των ακινήτων, οι τιμές των κατοικιών έπεσαν σημαντικά και το ιρλανδικό κράτος περιήλθε σε μεγάλη ύφεση. Αυτό σήμαινε εκκαθάριση του οικονομικού ισολογισμού των τραπεζών, αύξηση των φόρων εισοδήματος και περικοπές δημόσιων δαπανών.

Ακολούθησε σχεδόν μία δεκαετία λιτότητας. Η κατασκευή κατοικιών – ιδιαίτερα η κοινωνική στέγαση – έφτασε πρακτικά σε ακινησία.

Το 2011, η οποία ήταν η πρώτη εκλογική αναμέτρηση που ακολούθησε την κρίση, το εκλογικό σώμα τιμώρησε σε μεγάλο βαθμό το Fianna Fail. Οι εκλογείς αντάμειψαν την αντιπολίτευση, το Fine Gael και το Εργατικό Κόμμα. Μεταξύ τους, το Fine Gael και οι Εργατικοί είχαν μία από τις μεγαλύτερες κυβερνητικές πλειοψηφίες στην ιστορία του κράτους. Αλλά παρόλο που το χρώμα της κυβέρνησης άλλαξε, οι πολιτικές λιτότητας παρέμειναν οι ίδιες.

Από το 2011, η κυβέρνηση ανέπτυξε πλήθος πολιτικών που στόχευαν στο ξεπούλημα της υποβαθμισμένης ακίνητης περιουσίας και των εμπορικών εκτάσεων. Διάφορες φορολογικές πολιτικές σχεδιάστηκαν προκειμένου να ενθαρρύνουν τους διεθνείς επενδυτές να αγοράσουν αυτά τα υποβαθμισμένα περιουσιακά στοιχεία σε εκπτωτικές τιμές. Οι μεγάλοι επενδυτές ακίνητης περιουσίας πλημμύρισαν την αγορά και αγόρασαν τα περιουσιακά στοιχεία με ζήλο.

Ωστόσο συγκέντρωσαν αυτά τα επενδυτικά αγαθά ώσπου οι τιμές άρχισαν πάλι να αυξάνονται. Οι τιμές ακινήτων αυξήθηκαν ραγδαία από το 2014 κι έπειτα, κοστολογώντας μία νέα γενιά εκτός στέγασης. Εκείνοι που είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν νέα σπίτια εκδιώχθηκαν πολύ πιο μακριά από την πόλη με φτωχές συνδέσεις δημόσιων συγκοινωνιών, δημιουργώντας αυτοκινητιστική εξάρτηση και συχνές μετακινήσεις μεγάλης κυκλοφοριακής συμφόρησης.

 Άνιση ανάπτυξη


Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, η Ιρλανδία γνώρισε σημαντικές ποσότητες εσωτερικών επενδύσεων από τους πολυεθνικούς κολοσσούς της τεχνολογίας. Ο τομέας της τεχνολογίας άρχισε να ανθεί. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στη συγκυβέρνηση Fine Gael/Εργατικών να συνεχίσουν τα μέτρα λιτότητας. Οι αποδείξεις είσπραξης από τους υψηλούς εισοδηματίες και τον επιχειρηματικό τομέα αυξήθηκαν.

Αυτή η άνθιση στις ξένες επενδύσεις και τις πολυεθνικές εξαγωγές παρείχαν τις συνθήκες για μία οικονομική ανάκαμψη, που πραγματικά άρχισε να απογειώνεται από το 2014. όμως αυτή η πρωταρχική ανάκαμψη έγινε αισθητή μόνο στον κλάδο των πολυεθνικών υψηλής τεχνολογίας της οικονομίας. Η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού δεν τη γνώρισε.

Στις εκλογές του 2016, το εκλογικό σώμα τιμώρησε τη συγκυβέρνηση Fine Gael/Εργατικών. Οι Εργατικοί πήγαν από τις 33 έδρες στις 7. Το Fine Gael πήγε από τις 76 στις 50 έδρες. Το Fianna Fail κέρδισε 44 έδρες, ενώ το Sinn Féin κέρδισε 23 έδρες. Στην πραγματικότητα, ήταν μία εκλογική αναμέτρηση που δεν κέρδισε κανείς. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μία κυβέρνηση υπό το Fine Gael με κάποιους ανεξάρτητους που στήριξαν με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης μία συμφωνία με το Fianna Fail. Για την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, αυτό θεωρήθηκε ως μία κυβέρνηση του Fine Gael με μία οιονεί συμμαχία με το Fianna Fail.

Από το 2016 κι ύστερα, υπό τη διαχείριση της κεντροδεξιάς κυβέρνησης του Fine Gael καθοδηγούμενης από τον Λίο Βαράντκαρ, η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται. Όμως γινόταν επίσης φανερό ότι ένα μεγάλο μέρος της ιρλανδικής ανάπτυξης ήταν αποτέλεσμα του φορολογικού παραδείσου. Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας είναι 324 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα είναι 197 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό αντιπροσωπεύει το πραγματικό μέγεθος του εθνικού εισοδήματος, και είναι 124 δισεκατομμύρια μικρότερο από το ΑΕΠ.

Από την άλλη, το απόθεμα της ξένης άμεσης επένδυσης στην Ιρλανδία είναι κοντά στα 850 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά έρευνα του ΔΝΤ δείχνει ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα αυτού είναι φανταστικά. Είναι οι μεγάλες πολυεθνικές που μετακινούν τα κεφάλαιά τους γύρω από τις διάφορες θυγατρικές τους προκειμένου να μειώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Όλα αυτά έκαναν την οικονομία να φαίνεται καλύτερη από ότι πραγματικά είναι.

Στέγαση και κόστος ζωής


Στην Ιρλανδία σημειώθηκε σημαντική αύξηση της απασχόλησης, ασκώντας πίεση στην στέγαση και τις δημόσιες υπηρεσίες. Τα υψηλότερα εισοδήματα, τα επαγγέλματα υψηλής τεχνολογίας βρίσκονται ολοένα και περισσότερο στις πόλεις του Δουβλίνου, του Κορκ, του Λίμερικ και του Γκάλγουεϊ. Εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 50.000 θέσεις εργασίας που σχετίζονται με τον τομέα της τεχνολογίας, το 75% των οποίων βρίσκεται στο Δουβλίνο.

Αυτή η ανάπτυξη των επαγγελμάτων υψηλότερου εισοδήματος στο πλαίσιο της περιορισμένης παροχής στέγης οδήγησε στην εκτίναξη των ενοικίων και στις υπερβολικά ακριβές κατοικίες. Το κόστος ζωής αυξήθηκε σημαντικά, ειδικότερα στην στέγαση, την παιδική μέριμνα, την ασφάλιση, την υγεία και την παιδεία, καθιστώντας το Δουβλίνο μία από τις πιο ακριβές πόλεις για να ζήσει κάποιος και να μεγαλώσει οικογένεια στην Ευρώπη.

Η πλειοψηφία δεν μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά σε αυτά τα αυξανόμενα κόστη. Περίπου το 80% του ιρλανδικού πληθυσμού έχει ακαθάριστο εισόδημα λιγότερο από 50.000 ευρώ το χρόνο. Τα υψηλά ενοίκια, μαζί με την περιορισμένη δημόσια και κοινωνική στέγαση οδήγησε σε σημαντική αύξηση της αστεγίας. Η παροχή στέγης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης τονίστηκε διαρκώς από τους ιρλανδούς ψηφοφόρους ως τα σημαντικά ζητήματα στις εκλογές του 2020.

Ψήφος για αλλαγή


Οι εκλογές του 2020 ήταν ψήφος για την αλλαγή. Ήταν ψήφος ενάντια στο Fianna Fail/Fine Gael και την κεντροδεξιά επικρατούσα πολιτική άποψη που εξουσίαζε την ιρλανδική πολιτική για δεκαετίες.

Οι οικονομικά ασφαλείς ψηφοφόροι που ανησυχούν για θέματα ποιότητας της ζωής στράφηκαν όλο και περισσότερο στο Πράσινο Κόμμα. Όμως το Sinn Féin δημιούργησε ένα ισχυρό αφήγημα ότι είναι το κόμμα που αντιπροσωπεύει τους εργαζόμενους έναντι των προνομιούχων. Το μανιφέστο του ήταν αφοσιωμένο στη φορολόγηση των κολοσσών της τεχνολογίας, των τραπεζών και των πλουσίων. Ακόμη δεσμεύθηκε να επενδύσει σε μεγάλο βαθμό στις δημόσιες υπηρεσίες και να ξεκινήσει ένα μαζικό πρόγραμμα ανέγερσης σπιτιών.

Η οικονομική σκοπιμότητα αυτών των υποσχέσεων είναι σημαντική αλλά άσχετη με το θέμα. Ήταν ένα αφήγημα που είχε απήχηση σε ένα τεράστιο κομμάτι του πληθυσμού. Με δεδομένη την κληρονομιά της λιτότητας, και τις επιπτώσεις της παραγόμενης ανισότητας του αναπτυξιακού μοντέλου της Ιρλανδίας, η άνοδος του Sinn Féin μπορεί να εκληφθεί ως το σκυλί που επιτέλους γάβγισε.

* Ο Aidan Regan είναι Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής στην Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Δουβλίνου.
Don't Miss
© Copyright Non Paper 2019 | All rights reserved
made with by templateszoo